|
Σελίδα 5 από 6 Τα μετέπειτα
«Μεταξύ των εκτελεσθέντων», αναφέρει ο νομάρχης, «ήσαν και οι τρεις δημοδιδάσκαλοι του χωρίου, εις ους καίτοι εζητήθη υπό των Αξιωματικών Χωροφυλακής όπως δοθή χάρις, εν τούτοις δεν εδόθη τοιαύτη». Περίεργη και καταφανώς ταξική διάκριση, που προτιμάμε να αφήσουμε ασχολίαστη. Ο νομάρχης διευκρινίζει πάντως, με καταφανή απογοήτευση, ότι «ο βουλγαροκομμουνιστής δημοδιδάσκαλος Χατζητάσσος, όστις ετύγχανεν αρχηγός του κινήματος, δεν συνελήφθη εισέτι». Η τραγωδία έκλεισε με το ολοσχερές κάψιμο του χωριού «δι' εμπρηστικών βομβών, εκτός πέντε οικιών και της εκκλησίας». Τα περίπου 900 γυναικόπαιδα που επέζησαν, μεταφέρθηκαν στην Πτολεμαΐδα και διασκορπίστηκαν, «κατόπιν διαταγών των Γερμανικών Αρχών», στα χωριά του νομού, αλλά και στους νομούς Ημαθίας και Φλωρίνης -προς γενικότερο, προφανώς, παραδειγματισμό. Η νομαρχία Κοζάνης περιορίστηκε να τους διανείμει ένα «χρηματικόν βοήθημα 200 δρχ. κατ' άτομον» μαζί με «άρτον και τρόφιμα αναγκαιούντα διά την πορείαν των». Κάπου εδώ τελειώνουν οι αναφορές της νομαρχίας για τη συγκεκριμένη σφαγή. Για τη ζωή των κατοίκων του χωριού τα επόμενα χρόνια, οι πληροφορίες είναι ως εκ τούτου αποσπασματικές. Τον Ιούλιο του 1943, όταν περνά από κει ένας καπετάνιος του ΕΛΑΣ, πολλοί από τους κατοίκους έχουν επιστρέψει. «Αντί για σπίτια αντικρύσαμε σωρούς από πέτρες. Αυτοί που επέζησαν είχαν χτίσει μικρές καλύβες κοντά στα ερείπια. Γυναίκες μαυροφορεμένες και παιδιά με δίτροχα ομηρικά κάρα μεταφέρανε στάχυα στα αλώνια». Ο εκτελεστής του δωσίλογου κοινοτάρχη, Κώστας Ιγνατιάδης, αποτελεί το σύνδεσμο του χωριού με τον ΕΛΑΣ και περιβάλλεται με πραγματική λατρεία από τους κατοίκους (Αμύντα Κοσμά «Αναμνήσεις ενός καπετάνιου», Θεσ/νίκη χ.χ., σ. 62). Εννιά μήνες αργότερα, το Μεσόβουνο δέχεται μία ακόμη φορά τη βία των κατακτητών και των συνεργατών τους. Γερμανικές μονάδες «επικουρούμεναι υπό Εθνικιστικών ομάδων», σημειώνει σε έκθεσή του ο κατοχικός επιθεωρητής νομαρχιών Μακεδονίας, Αθανάσιος Χρυσοχόου, πραγματοποιούν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Βέρμιο. Στις 22 Απριλίου, τμήματά τους περικυκλώνουν το χωριό, «φονεύοντα πάντα κάτοικον όστις επεχείρει έστω και εκ φόβου να διαφύγη, αδιακρίτως φύλου και ηλικίας». Αποτέλεσμα: «Κατεστράφη παν ό,τι είχεν υπολειφθή εκ της κατά το έτος 1941 καταστροφής και παν ό,τι ανοικοδομήθη έκτοτε, καταστραφέντων εξ ολοκλήρου και δι' εμπρησμού όλων των οικιών, δημευθέντων των ζώων και χωρικών και φονευθέντων πολλών εκ των κατοίκων, οίτινες προσεπάθησαν να σωθώσι διά της φυγής. Περί τα 100 άτομα μεταφέρθησαν και ενεκλείσθησαν εις το Στρατόπεδον Συγκεντρώσεως Πτολεμαΐδος». Μετά την απελευθέρωση, η αρμόδια διεύθυνση του υπ. Εξ. εισηγείται να παραπεμφθούν στα έκτακτα δικαστήρια δωσιλόγων ο νομάρχης Γεωργαντάς, ο εισαγγελέας Κοζάνης και οι διοικητές της τοπικής χωροφυλακής «ως υπαίτιοι διά την υπό των Γερμανών αφανισμόν ενός ολοκλήρου ανθούντος άλλοτε ελληνικού χωρίου». «Η λαβούσα χώραν σφαγή», διαπιστώνει, «θα απεφεύγετο εάν αι τότε εν τη περιφερεία ταύτη εδρεύουσαι Ελληνικαί Αρχαί δεν είχον απευθυνθή εις την γερμανικήν στρατιωτικήν Διοίκησιν επί τω τέλει αποκαταστάσεως διά γερμανικών δυνάμεων της διασαλευθείσης τάξεως». Η συνέχεια της υπόθεσης αγνοείται. Μπορούμε, όμως, να τη φανταστούμε...
Πηγή:Ελευθεροτυπία 27/10/2002
|